Actions

Work Header

Cards On The Table

Summary:

Οι γονείς του Τιμ σκηνοθέτησαν τους θανάτους τους και διέφυγαν από τη χώρα πριν χρόνια, αλλά αγνόησαν να τον πάρουν μαζί τους. Πέρασε κάποιο χρόνο στους δρόμους, και τώρα στα 16: ζει με το να είναι μάντης, παρακολουθώντας την ελίτ της Γκόθαμ για να τους λέει ακριβείς μοίρες βασισμένες στις πληροφορίες που συγκεντρώνει.
Η ζωή του είναι περίεργη αλλά δεν θα την άλλαζε με τίποτα. Όταν του γίνεται κράτηση για το μεγάλο Χάλοουϊν πάρτι των Γουέιν, όμως, βρίσκει τον εαυτό του να μπλέκεται με τους Γουέιν, και όσο περισσότερες μοίρες λέει, τόσο πιο περίπλοκο γίνεται

Ή: Η μετάφραση από το γνωστό Batfamily fic

Notes:

Το ξεκίνησα αυτό ως ένα μικρό πρότζεκτ για το πτυχίο. Προσπάθησα να το μεταφράσω όσο καλύτερα μπορώ για να βγάζει νόημα στα Ελληνικά.

Καλή ανάγνωση!!

Chapter 1: Σε περίπτωση αμφιβολίας, γίνε απατεώνας

Notes:

(See the end of the chapter for notes.)

Chapter Text

Σε ένα άλλο σύμπαν, σκέφτηκε ο Τιμ, ίσως να ήταν ένα μικρό πλούσιο αγόρι. Ίσως ο Τιμ του εναλλακτικού σύμπαντος μεγάλωσε σε ένα μεγάλο σπίτι με απόμακρος αλλά κάπως στοργικούς γονείς που δεν διέπραξαν εγκλήματα γραφείου τόσο εντυπωσιακά που να υποχρεωθούν να σκηνοθετήσουν τους θανάτους τους και να εγκαταλείψουν τη χώρα τους.

Ίσως, σε μια άλλη ζωή, σε ένα σύμπαν μακρινό, οι γονείς του Τιμ τον έπαιρναν μαζί τους όταν εξαφανίστηκαν.

Ήταν μία ωραία σκέψη. Δυστυχώς αυτό ήταν ένα άλλο σύμπαν. Η πραγματικότητα του δεν περιελάμβανε πλούτη και κληρονομιές, γκαλά και επαύλεις, ή ακόμα και μία ηλιόλουστη παραλία στην υπέροχη χώρα της Κούβας η οποία δεν εκδίδει φυγάδες. Αντίθετα, περιλαμβάνει ένα κάπως άθλιο διαμέρισμα με ρεύματα αέρα και πάρα πολύ τρέξιμο για να βγάλει το προς το ζην.

Άκου. Θα μπορούσε να είχε μείνει στο ορφανοτροφείο. Ήταν ένα από τα καλύτερα στη Γκόθαμ, που διοικείται από μοναχές και είναι συγκλονιστικά μη διεφθαρμένο. Αλλά ο Τιμ δεν ήταν ιδιαίτερα καθολικός, ούτε ήταν φανατικός οπαδός του να μοιράζεται το δωμάτιο με τέσσερα αγόρια, ούτε ήταν ιδιαίτερα πρόθυμος να υιοθετηθεί από κάποια παράξενη οικογένεια. Γι'αυτό, έφυγε.

Επίσημα, ο Τίμοθι Ντρέικ θεωρούταν νεκρός μαζί με τους γονείς του. Οι μοναχές στο ορφανοτροφείο είχαν ρωτήσει το όνομα του, αλλά ο μικρός δεκάχρονος Τιμ ήταν έξυπνος και τους είχε δώσει το όνομα Άλβιν Ντρέιπερ. Με αυτόν τον τρόπο, όταν πήρε τη φυγή του από το ορφανοτροφείο, η αναφορά του αγνοούμενου δεν είχε το πραγματικό του όνομα.

Έτσι, μετά από όλα αυτά τα χρόνια, ο Άλβιν Ντρέιπερ και ο Τιμ Ντρέικ θεωρούταν και οι δύο νεκροί.

Κανένα παιδί δεν άντεξε πολύ καιρό μόνο του στη Γκόθαμ, έτσι κι αλλιώς.

Ο Τιμ ήταν ένα φάντασμα. Δεν ήτανε ένα, αλλά δύο νεκρά παιδιά. Τώρα πόσοι άνθρωποι θα μπορούσαν να το πουν αυτό;

Για ένα νεκρό παιδί (ή παιδιά;) η ζωή του δεν ήταν και τόσο άσχημη. Ήταν στους δρόμους για λίγο, αλλά ήταν έξυπνο παιδί. Είχε καταφέρει να ξεπεράσει τις εποχές της Γκόθαμ κοιμούμενος στην αποπνικτική, εγκαταλελειμμένη, σοφίτα οπότε μπορούσε να μπει μέσα και περνούσε τα καλοκαίρια μαθαίνοντας να κλέβει τους τουρίστες από τις τσέπες τους.

Ο Τιμ δεν ήταν σίγουρος γιατί κάποιος θα ήθελε να επισκεφτεί τη Γκόθαμ. Όμως, συνήθως είχαν μαζί τους αρκετά μετρητά.

Χωρίς εκπαίδευση, και με ακόμα λιγότερη νόμιμη ταυτότητα, η εύρεση εργασίας ήταν δύσκολη, παρά το γεγονός ότι αυτή ήταν η Γκόθαμ.

Προς εκπλήξεως, πολλές επιχειρήσεις ήταν νόμιμες και εκείνες που δεν ήταν περιλάμβαναν υπερβολικά πολλούς πυροβολισμούς για τα γούστα του Τιμ. Είχε δουλέψει για λίγο σε ένα εστιατόριο που πλήρωνε με μετρητά, αλλά αυτό δεν κράτησε πολύ. Μετά υπήρχε το βενζινάδικο, αλλά μπορούσαν να τον πληρώνουν κάτω από το τραπέζι μόνο για τόσο καιρό, μέχρι που οι Μεγάλοι Άντρες με τα Κοστούμια άρχισαν να γίνονται καχύποπτοι, και τότε τον απέλυσαν.

Ήταν δεκατέσσερα χωρίς ελπίδα, χωρίς δουλειά, πεινασμένος και χωρίς ουσιαστικά καμία ικανότητα εκτός από το να κλέβει πορτοφόλια και να κλέβει από καταστήματα. Παραλίγο να μπει σε συμμορία. Ήταν, άλλωστε, ο ιδανικός υποψήφιος.

Αλλά τότε είδε μία λαμπερή, λαμπερή κάμερα να κρέμεται από τον ώμο ενός ιδιαίτερα φαινομενικά αφηρημένου τουρίστα. Θυμήθηκε τι συνήθιζε να κάνει πριν φύγουν οι γονείς του. Και πριν προλάβει να το σκεφτεί καλά, άρπαξε τη φωτογραφική μηχανή και κρύφτηκε πάλι στη σοφίτα της βιβλιοθήκης, περιμένοντας να πέσει η νύχτα.

Η νύχτα είχε έρθει, και, προς μεγάλη χαρά του Τιμ, ο Μπάτμαν δεν είχε αλλάξει τις διαδρομές περιπολίας του πολύ δραστικά.

Είχε αναπτύξει τις φωτογραφίες στη βιβλιοθήκη, στο ξεχασμένο σκοτεινό δωμάτιο με χημικά που ήλπιζε να μην είχαν λήξει, και όταν ήρθε το πρωί, μπήκε αμέσως στα γραφεία της Gotham Gazette, πούλησε στην εφημερίδα τις δύο σχεδόν αξιοπρεπείς φωτογραφίες που είχε καταφέρει να τραβήξει από τον Μπάτμαν και τον Ρόμπιν και έφυγε με αρκετά μετρητά για να αγοράσει φαγητό για μια εβδομάδα.

Τιμ: Ένα. Σύμπαντα: Περίπου, δεκαπέντε. Αλλά ποιος τα μετράει; Η νίκη ήταν νίκη.

Περνούσε τις περισσότερες μέρες του περιμένοντας να πέσει η νύχτα. Οι φωτογραφίες πουλούσαν ακριβά, αφού το να τραβήξεις φωτογραφία με τους Μπατς δεν ήταν και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο. Και ενώ ο Τιμ περίμενε να πέσει η νύχτα, περνούσε την ώρα του διαβάζοντας.

Ζούσε άλλωστε σε μια βιβλιοθήκη. Γιατί όχι;

Έπιανε οτιδήποτε του φαινόταν έστω και λίγο ενδιαφέρον, και είχε διαβάσει αρκετά για τη φωτογραφία μιας που ασχολούνταν. Μαζί με τους παχιούς, γυαλιστερούς οδηγούς για φωτογραφικές μηχανές, διάβαζε βιβλία για την επιστήμη των υπολογιστών, τον προγραμματισμό, τα βρύα και τις λειχήνες της Βόρειας Ευρώπης, τη λατινική γλώσσα και την αρχαία ρωμαϊκή κουλτούρα, καθώς και το Γαλλικά για αρχάριους. Οτιδήποτε μπορούσε να πάρει στα χέρια του, πραγματικά.

Και μετά υπήρχε εκείνο το βιβλίο για τις απόκρυφες τέχνες και πρακτικές. Το οποίο στη συνέχεια είχε μετατραπεί σε πολλά βιβλία για τις απόκρυφες τέχνες και πρακτικές. Ο Τιμ το είχε βρει συναρπαστικό. Τα χαρτιά, οι ρούνοι, τα φυλαχτά και τα ξόρκια, ο μυστικισμός και η γοητεία, οι διάφορες μορφές μαντείας, η χρησμολογία, οι διάφορες μορφές μαγείας.

Τα πίστευε;

Εεεε. Όχι ιδιαίτερα. Αλλά Θεέ και κύριε, ήταν ενδιαφέρον.

Και ήταν επίσης, ένας πιθανός τρόπος να βγάλει λεφτά. Ένα σχετικά σταθερό επάγγελμα.

Ο Θεός ξέρει πόσο χρειαζόταν χρήματα. Η βιβλιοθήκη ήταν ωραία και όλα αυτά, αλλά δεν ήταν μόνιμη λύση. Το ήξερε αυτό. Τα ενοίκια στη Γκόθαμ μπορούσαν σε ορισμένα μέρη να είναι σχετικά χαμηλά, αφού κανείς δεν ήθελε πραγματικά να ζήσει στη Γκόθαμ, αλλά εξακολουθούσαν να κοστίζουν περισσότερο από όσα έβγαζε ο Τιμ από τη φωτογραφία.

Όμως η μαντεία ήταν απρόβλεπτη. Υπήρχαν οδηγοί, φυσικά. Τι να ψάξει κανείς στα φλιτζάνια του τσαγιού, τι σήμαιναν οι γραμμές στην παλάμη σου, τι σήμαινε κάθε κάρτα. Ο Τιμ τα είχε μάθει όλα αυτά, αλλά ήξερε ότι έπρεπε να ξεχωρίσει για να αποκτήσει πελατεία. Χρειαζόταν κάτι που θα έκανε τους ανθρώπους να επιστρέφουν. Η τέχνη ήταν μόνο το ένα τρίτο της υπόθεσης, ένα άλλο τρίτο ήταν η γοητεία.

Ο Τιμ μπορούσε να είναι γοητευτικός. Αυτό δεν ήταν πολύ δύσκολο.

Το τελευταίο τρίτο ήταν η ακρίβεια. Υπήρχε η επιδέξια χρήση μιας αόριστης γλώσσας. Μια προσεκτική διατύπωση που έκανε τις πιο γενικές υποθέσεις να ακούγονται σαν να είχαν γραφτεί ειδικά για κάθε πελάτη ξεχωριστά. Όμως ο Τιμ ήθελε κάτι περισσότερο.

Ήθελε αληθινή ακρίβεια. Ήθελε να είναι σωστός.

Και... Λοιπόν. Είχε την κάμερα του. Ήταν έξυπνο παιδί. Και ήξερε να κινείται τόσο αθόρυβα, ώστε η Μεγάλη Κακιά Νυχτερίδα δεν τον πρόσεξε καν.

Έτριξε τα δάχτυλά του, σήκωσε ένα ολοκαίνουργιο σημειωματάριο και άρχισε να δουλεύει.

-

Δύο χρόνια αργότερα, εκεί ήταν. Ένας καταξιωμένος μάντης, δημιουργός ξόρκων και γενικά ένας μυστικιστής.

Είχε επίσης το δικό του διαμέρισμα.

Και ένα κλειδωμένο δωμάτιο στο λεγόμενο διαμέρισμα, γεμάτο μέχρι πάνω με φωτογραφίες, σημειώσεις, πληροφορίες, εκτυπωμένες διαδικτυακές συζητήσεις, ο,τι θες που αφορούν την υψηλή κοινωνία της Γκόθαμ.

Αν υπήρχε βρωμιά, ο Τιμ το είχε. Αν υπήρχαν μυστικά, ο Τιμ τα ήξερε. Αν κάποιος έβγαζε έστω και μια λέξη για τη ζωή του, ο Τιμ ήταν πάντα ενήμερος.

Αυτά τα βιβλία για το χακάρισμα χρησίμευσαν.

Χρησιμοποιούσε το συνηθισμένο τέχνασμα του μάντη στους απλούς, καθημερινούς πελάτες του. Ξεδιπλώνοντας τα χαρτιά του με μια επιδεξιότητα που έβγαζε λάμψη, σιγοτραγουδώντας και περνώντας απαλά τον αντίχειρά του πάνω από τις γραμμές των παλάμων τους με αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο που προκαλούσε ρίγη στους ανθρώπους, τους είχε τυλιγμένους γύρω από το δάχτυλό του με όσα συμπεραίνονταν για αυτούς απλώς παρατηρώντας τους. Τους έλεγε λαμπερές μικρές προφητείες, τους πουλούσε γλυκά μικρά κεράσματα εμποτισμένα με ξόρκια, τους έφτιαχνε μικρά φυλαχτά που φαινόταν περίπλοκα.

Πήγαινε καλά. Οι άνθρωποι έφευγαν ευτυχισμένοι και ζαλισμένοι, συχνά κρατώντας σφιχτά ένα σετ ξόρκιων ή ένα τυχερό φυλαχτό. Τα χρήματα ήταν σχετικά σταθερά.

Αλλά στην ελίτ της Γκόθαμ, ήταν εκεί που βρισκόταν το πραγματικό χρήμα.

Το έκανε προσωπική του αποστολή να ξέρει πραγματικά τα πάντα γι’αυτούς έτσι όταν θα ερχόταν στο μικρό του σαλονάκι, όλο διακοσμημένο με υφάσματα και θυμίαμα και κεριά, θα μπορούσε να είναι ακριβείς. Τρομακτικά σωστός στις προβλέψεις του. Προέβλεψε εγκυμοσύνες, διαζύγιο, απάτες. Είπε σε νεαρές γυναίκες ποιο φίλο τους να προσέχουν και ηλικιωμένους επαγγελματίες με ποιους να μην κάνουν συμφωνίες.

Για αυτούς, εκείνος ήταν η πραγματική συμφωνία.

Είχε κλείσει μερικούς χορούς και πάρτι τον τελευταίο χρόνο. Ακόμα και αν όσοι περνούσαν μέσα στην μικρή του τέντα που ορκίζονταν ότι το έκαναν μόνο για πλάκα, έφευγαν με τα μάτια ορθάνοιχτα και άναυδοι, ανακαλύπτοντας ότι πίστευαν σε κάτι που δεν θα παραδέχονταν ποτέ.

Ναι, ο Τιμ ήταν πραγματικά πολύ καλός στη δουλειά του.

Ήταν εξαντλητικό μερικές φορές, να συμβαδίζει με όλα τα δράματα και τη μυστικότητα της υψηλής κοινωνίας της Γκόθαμ. Να φροντίζει να παραβιάζει ιδιωτικά μηνύματα χωρίς να τον εντοπίζουν και να βρίσκεται στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή για να εξασφαλίσει ότι θα πάρει το τελευταίο αποκλειστικό για το ποιος πηδάει ποιον. Αλλά του πλήρωνε τους λογαριασμούς. Μπορούσε ακόμη και να κάνει μικρά δώρα στον εαυτό του. Ένα ωραίο τζιν, μια συναυλία, λίγο από εκείνο τον υπέροχο καφέ από το τοπικό καφέ, ένα καινούργιο πακέτο ταρώ, κοσμήματα που δεν έσπαγαν μετά από δύο χρήσεις.

Ήταν ωραία. Ήταν συνηθισμένα. Ήταν ο τρόπος που λειτουργούσε η ζωή του.

Έτσι, όταν ο Μπρους Γουέιν (ή τουλάχιστον οι άνθρωποι που οργάνωναν το πάρτι του Χάλοουιν) τον προσέγγισαν και του ζήτησαν να τον κλείσουν για ολόκληρη τη νύχτα, δέχτηκε, χωρίς να το σκεφτεί καθόλου.

Εντάξει, αυτό ήταν ψέμα. Μπορεί να φώναξε λίγο. Αλλά μόνο επειδή τον είχαν καλέσει στο σπίτι του Μπάτμαν! Όχι ότι θα έβλεπε και πολλά από αυτό, μάλλον θα ήταν κλεισμένος στη σκηνή του όλη τη βραδιά. Αλλά και πάλι! Ο Μπάτμαν!

Ανανέωσε όλα όσα ήξερε για τους Γουέιν, που ήταν περισσότερα από όσα θα έπρεπε.

Υπήρχε ο Μπρους, φυσικά. Ο Μπάτμαν. Αυτή την περίοδο ήταν πολύ κολλημένος με τους πράσινους χυμούς και φλέρταρε κρυφά με τη Σελίνα Κάιλ, την Κατγούμαν.

Ο Ντικ Γκρέισον, ο Νάιτγουιννκ. Σύμφωνα με τις εφημερίδες, τον τελευταίο καιρό έβγαινε συνεχώς ραντεβού, αλλά ο Τιμ ήξερε ότι ήταν απλώς φήμη. Το μόνο αληθινό ραντεβού που είχε ήταν με ένα ρομαντικό μυθιστόρημα. Φαινόταν πράγματι λίγο μοναχικός και, αν κρίνουμε από τα μηνύματά του, δεν θα είχε και τόσο αντίρρηση για ένα αληθινό ραντεβού, αλλά φοβόταν.

Ο Τζέισον Τοντ. Πριν από μερικά χρόνια είχε περάσει κάποιο διάστημα στο εξωτερικό, σπουδάζοντας λογοτεχνία στην Ελβετία, σύμφωνα με την «Gotham Gazette». Ο Τιμ ήξερε όμως ότι στην πραγματικότητα ήταν νεκρός (ο Τιμ προσπαθούσε να μην σκέφτεται πολύ το πώς γινόταν αυτό). Και ότι δεν περνούσε τις μέρες του συνεχίζοντας τις σπουδές του μόνος του, αλλά μάλλον είχε γίνει γνωστός στους δρόμους ως ο άρχοντας του εγκλήματος Ρεντ Χουντ. Αυτή τη στιγμή τον προδίδει ένα μέλος της ομάδας του.

Ο Ντάμιαν Αλ Γκουλ Γουέιν. Ο Ρόμπιν. Ο νεότερος της οικογένειας Γουέιν, εθελοντής σε καταφύγιο γατών και εκπαιδευμένος δολοφόνος. Ανασφαλής, αλλά το έκρυβε κάτω από στρώματα αλαζονείας και τελειομανίας. Είχε τραυματιστεί πρόσφατα κατά τη διάρκεια περιπολίας, ο Τιμ ήταν εκεί και το είδε.

Και μετά ήταν η Στέφανι Μπράουν, η Σπόιλερ. Όχι ακριβώς μέλος της οικογένειας, αλλά ούτε και όχι μέλος της οικογένειας. Ο πατέρας της ήταν ο Κλουμάστερ, και ο φίλος της ήταν χάλια.

Όλοι τους είχαν παρευρεθεί σε εκδηλώσεις για τις οποίες είχε κλείσει ο Τιμ, αλλά κανένας τους δεν είχε ποτέ ξανακούσει την τύχη του. Ο Τιμ δεν ήταν σίγουρος αν αυτό το συγκεκριμένο πάρτι θα ήταν διαφορετικό, οι Γουέιν είχαν την τάση να κρατούν λίγο τις αποστάσεις τους. Αλλά στην απίθανη περίπτωση που σήμερα ήταν η μέρα που θα άλλαζαν γνώμη, ο Τιμ είχε τις δικές τους (και όλων των άλλων) πληροφορίες φρέσκιες στο μυαλό.

Έφαγε νωρίς βραδινό, μάζεψε τις τσάντες του, έβαλε τζιν και ένα φούτερ, και φώναξε ένα ταξί για το αρχοντικό των Γουέιν.

Notes:

Και κάπως έτσι ξεκινάει ο χαμός. Θα ανεβάζω ένα κεφάλαιο την ημέρα. Πέρασα πολυ καλά μεταφράζοντας το. Ίσως να έχει μερικά λάθη.

Για τα ονόματα των χαρακτήρων είπα να τα γράψω στα ελληνικά αλλά κάποιες λέξεις τις κράτησα στα αγγλικά γιατί θα ήταν πολύ περίεργες στα ελληνικά. Και κάποιες ονομασίες τις πήρα απ'τα κόμικς που έχουν μεταφραστεί.

Κανονικά ο Τιμ έχει μια πιο περίπλοκη σχέση με τους γονείς το στα κόμικς αλλά για μια τόσο καλή ιστορία μπορούμε να το αγνοήσουμε αυτό για λίγο